donderdag 9 augustus 2012

φυλακές του Φορέστ: Η φυλακή αρρωσταίνει

Στη γλώσσα της εξουσίας, η φυλακή είναι πρώτα απ’ όλα ένας «θεσμός επανένταξης», ένα είδος νοσοκομείου για να θεραπευτεί η αρρώστια της εγκληματικότητας. Είναι κατά κάποιον τρόπο μια «ευκαιρία» που προσφέρεται σε αυτούς που έχουν διαπράξει λάθη να σκεφτούν και να «ξαναμπούν στον ίσιο δρόμο».

Έχουμε εξηγήσει πολλές φορές ότι η τιμωρία, η Δικαιοσύνη, η ποινή φυλάκισης δεν είναι ένα ζήτημα «δικαιοσύνης» (αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη λέξη) αλλά ένα μέτρο προστασίας της καθεστηκυίας τάξης. Έχουμε περιγράψει τη φυλακή σαν μια μηχανή άλεσης των ανθρωπίνων όντων, σαν ένα τέρας που καταβροχθίζει τις κοινωνικές εντάσεις που εκφράζονται μεταξύ άλλων μέσω του «εγκλήματος». Ότι σκοπός της φυλακής είναι να εκμηδενίσει την προσωπικότητα των κρατουμένων, να τους μετατρέψει σε πειθήνια και υπάκουα όντα.

Πέρα απ’ τις διαθέσεις των σωφρονιστικών διοικήσεων, των δικαστών ή των δεσμοφυλάκων, η ίδια η λειτουργία της φυλακής, η αρχιτεκτονική της, ο μηχανισμός της καταστρέφουν τους ανθρώπους. Σήμερα στις φυλακές του Φορέστ δόθηκε ένα ακόμη λυπηρό και τρανταχτό παράδειγμα των παραπάνω. Λόγω του υπερπληθυσμού (πάνω από 700 κρατούμενοι για 400 θέσεις), οι φυλακισμένοι που πάσχουν από φυματίωση δεν μπορούν να τοποθετηθούν ξεχωριστά ή να δεχτούν φροντίδα… κάτι που αφήνει ελεύθερο πεδίο για τη μετάδοση και μόλυνση του συνόλου των κρατουμένων. Και μην αυταπατάστε περί «ανθρωπιστικών διαθέσεων»: αν οι δεσμοφύλακες του Φορέστ καταγγέλλουν σήμερα αυτή την κατάσταση είναι γιατί τίθεται σε κίνδυνο η δική τους υγεία.

Η φυλακή δε θεραπεύει, αλλά παράγει αρρώστους. Η φυματίωση, μια αρρώστια που κατά κύριο λόγο χτυπά τους φτωχούς και καταραμένους αυτής της γης, δεν είναι παρά το ορατό δείγμα μιας διαδικασίας σήψης κι αποσύνθεσης που εφαρμόζεται και στηρίζεται από το κράτος μέσα στις φυλακές του. Ο αγώνας εναντίον τους δεν έγκειται βέβαια στο να καλείς τους γιατρούς των φυλακών να «αναλάβουν τις ευθύνες τους», ούτε στο να απαιτείς την κατασκευή νέων φυλακών «καλύτερα σχεδιασμένων» αλλά, αντίθετα, έγκειται στο να καταλήγεις στο λογικό συμπέρασμα ότι για να θεραπεύσεις χρειάζεται αέρας, χρειάζεται ελευθερία κάθε στιγμή και σε κάθε περίπτωση.

Δημοσιεύτηκε τον Μάρτη του 2012 στο τεύχος 27 της αναρχικής εφημερίδας Hors Service


http://gr.contrainfo.espiv.net/2012/05/02/belgio-fylakh-toy-forest-h-fylakh-arrwstainei/

Φτωχοί

Πολύ συχνά έχουμε την τάση να μη δίνουμε σημασία παρά μόνο σ’ ό,τι είναι υλικό, μετρήσιμο σε ποσότητα. Αυτό μας οδηγεί στο να αντιλαμβανόμαστε τη μιζέρια που βασιλεύει σ’ αυτή την κοινωνία μονάχα υπό τη σκοπιά της υλικής φτώχειας, ή αλλιώς, της έλλειψης χρημάτων. Αλλά ο καπιταλισμός δε μας αφαιρεί μονάχα τα υλικά μέσα για να ζήσουμε όπως καθένας μας επιθυμεί. Δε μας υποχρεώνει μονάχα να δουλεύουμε ή να σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στα κοινωνικά ιδρύματα φιλανθρωπίας. Δε μας υποχρεώνει μονάχα να επιβιώνουμε σ’ ένα περιβάλλον μολυσμένο απ’ τη βιομηχανία, δηλητηριασμένο με τοξικά απ’ την παραγωγή άχρηστων και βλαβερών αντικειμένων ή απ’ την ακτινοβολία αυτής της περίφημης πυρηνικής τεχνολογίας που καθιστά τους πάντες εξαρτημένους απ’ το κράτος και τους ειδικούς του, απέναντι στους κινδύνους και στις καταστροφές που αυτή επιφέρει. Όχι, δεν είναι μονάχα αυτό.

Αυτό που είναι ίσως ακόμα χειρότερο από την υλική φτώχεια είναι η συναισθηματική μιζέρια που βασιλεύει σ’ αυτή την κοινωνία, που παράγεται απ’ το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και που χαρίζει σ’ αυτόν τον κόσμο τη σκατόφατσα που έχει. Πέφτουμε ξανά και ξανά σε κατάθλιψη, γινόμαστε ξανά και ξανά μάρτυρες αυτοκτονιών, βιώνουμε σχέσεις και δεσμούς διαποτισμένους από δυσπιστία, ανταγωνισμό, βία και υποκρισία, ενώ διάφορα ναρκωτικά μάς κρύβουν για λίγα λεπτά την άσχημη και βάναυση πραγματικότητα. Τα όνειρα κι οι επιθυμίες μας δεν ξεπερνούν το λυπηρό ορίζοντα του υπαρκτού: η περιπέτεια, το άγνωστο, το πάθος… είναι απαγορευμένα, και δεν μπορούμε να τα βιώσουμε παρά με πληρεξούσιο (ταινίες, βιντεοπαιχνίδια…). Η μελαγχολία μάς αλυσοδένει όσο κι η σκιά των φυλακών, η γαλέρα της εργασίας, η ανάγκη των χρημάτων.
Αυτός ο κόσμος έχει μάλιστα ανακαλύψει μια σειρά από «θεραπείες» και «θεραπευτές» –πιο οικείους και προσιτούς– γι’ αυτήν τη λιγότερο «ορατή» μιζέρια. Από ψυχιάτρους σε ψυχολόγους κι από ναρκωτικά σε αντικαταθλιπτικά, από στιγμές «εκτόνωσης» όπως η σαββατιάτικη νυχτερινή έξοδος στα μπαρ ή το ματς ποδοσφαίρου την επομένη μέχρι τις δήθεν στιγμές ευτυχίας πίσω από μια οποιαδήποτε οθόνη (διαδραστική όπως το διαδίκτυο ή παθητική όπως η τηλεόραση)… μια ολόκληρη αγορά έχει χτιστεί πάνω στη συναισθηματική και ψυχική μιζέρια. Παρ’ όλα αυτά, κι ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι για την υλική φτώχεια, κανένα αντίδοτο δεν είναι αρκετό έναντι των παραπάνω. Η λύπη πάντα επιστρέφει, γραπώνεται απ’ τα ανθρώπινα όντα, τα κυνηγά και τα καταδιώκει…
Αλλά υπάρχει επίσης κάτι άλλο, καλά κρυμμένο από την εξουσία, επιδέξια απομακρυσμένο απ’ τη συνήθεια και καταπνιγμένο απ’ την κοινωνική τάξη. Δεν πρόκειται για υπεκφυγή, ούτε για ένα οριστικό αντίο στη μελαγχολία, αλλά για ένα έναυσμα: απ’ τη στιγμή που παύουμε να υφιστάμεθα αλλά αποφασίζουμε να δράσουμε· απ’ τη στιγμή που αποφασίζουμε να μην παραιτούμαστε άλλο, αλλά να εξεγερθούμε· να μη σερνόμαστε αλλά να ζήσουμε, η μελαγχολία αρχίζει να υποχωρεί. Με το να εξεγερθούμε, όχι μόνο κάνουμε ένα βήμα επίθεσης ενάντια σ’ ό,τι μας πνίγει και μας καταπιέζει, αλλά ίσως –κι είναι ακόμα πιο σημαντικό αυτό– κατακτούμε τη χαρά της ζωής, την ευθυμία των σχέσεων μεταξύ συνένοχων εξεγερμένων, την ειλικρίνεια και το θράσος μέσα σ’ ό,τι κάνουμε και σκεφτόμαστε. Η ευτυχία δε βρίσκεται στη συσσώρευση χρήματος ή στην άσκηση εξουσίας πάνω στους άλλους ούτε σ’ ένα οποιοδήποτε υπερπέραν, αλλά βρίσκεται, για παράδειγμα, στη γλυκιά συνοχή ανάμεσα σε αυτό που σκεφτόμαστε και αυτό που πράττουμε. Η μελαγχολία προέρχεται απ’ το γεγονός ότι δεν μπορούμε πια ν’ αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, όταν κοιταζόμαστε κατάματα. Απ’ το ότι η γενναιοδωρία του «είναι» μας, των σκέψεων και πράξεών μας αντικαθίσταται από τη δυσπιστία, την παραίτηση, την οπισθοχώρηση. Απ’ το ότι η ζωή μας δε φαίνεται να έχει καμία αξία, αφού αυτός ο κόσμος δε θα της δώσει ποτέ. Απ’ το ότι σταματήσαμε να προσπαθούμε να κατακτήσουμε την ικανότητα να προσδίδουμε εμείς οι ίδιοι αξία στη ζωή μας.

Στην πραγματικότητα, όλος ο πλούτος της ζωής μας βρίσκεται εδώ, μπροστά στα μάτια μας. Αρκεί ν’ απλώσουμε τα χέρια μας, χέρια οπλισμένα με εμπιστοσύνη, ιδέες και ελευθερία. Γιατί μέσα από τον αγώνα για ελευθερία, μέσα από την εξέγερση ενάντια σε μια ύπαρξη αποστερημένη από κάθε νόημα, θα εκδιώξουμε το σκοτάδι από τις καρδιές μας.

Από το τεύχος 27 της αναρχικής εφημερίδας Hors Service


http://gr.contrainfo.espiv.net/2012/05/02/belgique-pauvres-hors-service/

Ας φράξουμε το δρόμο στους ανθρωποφύλακες…

Τα συνδικάτα των δεσμοφυλάκων, υπέβαλαν προειδοποίηση για γενική απεργία σε όλες τις φυλακές από τις 17 Φλεβάρη. Πέρα από τις συνηθισμένες διεκδικήσεις για περισσότερα μέσα άσκησης πίεσης στους κρατουμένους (μέτρα ασφαλείας, περισσότερο προσωπικό, όπλα, απομόνωση…) θέλουν επίσης να αντιταχθούν στα νέα σχέδια συνταξιοδότησης τα οποία αγγίζουν όλους τους δημόσιους υπαλλήλους και σύμφωνα με τα οποία θα πρέπει να δουλέψουν δύο χρόνια περισσότερο πριν βγουν στη σύνταξη.

Εμείς, ακατανίκητοι εχθροί των φυλακών και αυτών που συμβάλλουν στην ύπαρξή τους, έχουμε μια καλύτερη ιδέα: να πάρουν απευθείας οι ανθρωποφύλακες τη σύνταξή τους, από σήμερα κιόλας. Να εγκαταλείψουν τη βρόμικη δουλειά τους που έγκειται στον εγκλεισμό των ανθρώπων, στην άμεση στέρηση της ελευθερίας κίνησής τους. Να το κάνουν από σήμερα. Αλλά κανένας ισχυρός, κανένας βασανιστής, κανένας λακές της εξουσίας δεν αλλάζει στάση ζωής έτσι απλά. Δεν είμαστε ούτε αφελείς, ούτε ανθρωπιστές. Μονάχα με τη σύγκρουση θα υποχωρήσουν, μονάχα με τον επιθετικό αγώνα που οι άλλοι διεξάγουν εναντίον τους. Ο μόνος δυνατός «διάλογος» είναι αυτός της επίθεσης. Ας μη μείνουμε λοιπόν με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε μέσα ούτε έξω απ’ τις φυλακές, όταν οι φύλακες ξεκινήσουν τη γενική απεργία τους (καθιστώντας έτσι τις συνθήκες στο εσωτερικό της φυλακής ακόμα πιο άθλιες κι ελεεινές, στερώντας από τους κρατουμένους το ντους, τον προαυλισμό, τις επισκέψεις, τις δραστηριότητες…).

Ας περάσουμε στην επίθεση, παντού όπου μπορούμε να να χτυπήσουμε τη φυλακή, τους υπηρέτες και τον κόσμο της!

Δημοσιεύθηκε στις 17 Φλεβάρη 2012, στο τεύχος Νο 26 της αναρχικής εφημερίδας Hors Service
 

http://gr.contrainfo.espiv.net/2012/03/11/belgio-as-fraxoume-to-dromo/